Αψέντιον
Δυνατό απόσταγμα αψινθιάς.
Το αψέντι (absinthe) είναι ένα απόσταγμα υψηλής περιεκτικότητας σε αλκοόλ με έντονο άρωμα γλυκάνισου, που γεννήθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα στο ελβετικό καντόνι του Νοσατέλ (Neuchatel). Η ταυτότητά του στηρίζεται σε μια βοτανική «αγία τριάδα»: την μεγάλη αψιθιά (Artemisia absinthium), τον πράσινο γλυκάνισο και το μάραθο της Φλωρεντίας. Απαγορευμένο σχεδόν σε όλη τη Δύση στις αρχές του 20ού αιώνα λόγω φόβων για την τοξικότητα της θουγιόνης, επανήλθε στη νομιμότητα από τη δεκαετία του 1990 και μετά, όταν η σύγχρονη χημική ανάλυση αποκάλυψε ότι τα επίπεδα θουγιόνης ήταν ανέκαθεν χαμηλά. Στη λογοτεχνία και την μποέμικη κουλτούρα του 19ου αιώνα έμεινε γνωστό ως «la fee verte» — η Πράσινη Νεράιδα.
Καταγωγή και ιστορία
Η συνταγή αποδίδεται στον Γάλλο γιατρό Πιερ Ορντιναίρ (Pierre Ordinaire), που τη συνέθεσε στο Κουβέ (Couvet) της Ελβετίας ως φυτικό ίαμα. Το 1797 άνοιξε εκεί το πρώτο εμπορικό αποστακτήριο από τους Dubied και Pernod, βάζοντας τα θεμέλια μιας βιομηχανίας που σύντομα μετανάστευσε στη Γαλλία και κατέκτησε τα παριζιάνικα καφέ.
Η πτώση ήταν εξίσου θεαματική με την άνοδο. Μέσα σε λίγα χρόνια το αψέντι απαγορεύτηκε σε Βέλγιο και Βραζιλία (1906), Ολλανδία (1909), Ελβετία (1910), ΗΠΑ (1912) και Γαλλία (1914), στο κύμα των εκστρατειών εγκράτειας και του πανικού γύρω από τη θουγιόνη. Η επιστροφή ξεκίνησε από την Ευρωπαϊκή Ένωση τη δεκαετία του 1990, η Ελβετία ήρε την απαγόρευση το 2005, οι ΗΠΑ επέτρεψαν τις εισαγωγές το 2007 και η Γαλλία αποποινικοποίησε εκ νέου την παραγωγή το 2011.
Παραγωγή και χημεία
Το παραδοσιακό αψέντι εμφιαλώνεται μεταξύ 45 και 74% vol., με ορισμένες σύγχρονες εκδόσεις να φτάνουν έως και περίπου 89,9%. Το χαρακτηριστικό πράσινο χρώμα — γι' αυτό και ονομάζεται «verte» — προέρχεται από τη χλωροφύλλη που εκχυλίζεται κατά τη δεύτερη μακεριασιόν με βότανα. Υπάρχει επίσης η άχρωμη εκδοχή, γνωστή ως «blanche» ή «la Bleue». Τεχνικά κατατάσσεται στα αποστάγματα και όχι στα λικέρ με τη στενή έννοια, επειδή το αυθεντικό αψέντι δεν γλυκαίνεται κατά την παραγωγή.
Η θουγιόνη, υπεύθυνη για τη δαιμονοποίηση του ποτού, δρα ως ανταγωνιστής των υποδοχέων GABA-A, αλλά οι ποσότητες σε σωστά αποσταγμένο αψέντι είναι πολύ μικρές για να προκαλέσουν τις παραισθήσεις του θρύλου. Ανάλυση GC-MS του 2008 σε 13 φιάλες πριν την απαγόρευση (1895-1910) έδειξε επίπεδα 0,5-48,3 mg/L, με μέσο όρο 25,4 mg/L — πολύ κάτω από τα 260-350 mg/L που πιστευόταν παλαιότερα. Σήμερα η ΕΕ θέτει όριο 35 mg/kg για ποτά με Artemisia, οι ΗΠΑ απαιτούν «thujone-free» κάτω από 10 ppm, ενώ ο Καναδάς ορίζει 10 mg/kg στις περισσότερες επαρχίες και 15 mg/kg στο Κεμπέκ.
Πώς σερβίρεται
Το τελετουργικό του σερβιρίσματος είναι αναπόσπαστο κομμάτι της εμπειρίας. Πάνω από το ποτήρι τοποθετείται ένα ειδικό διάτρητο κουτάλι με έναν κύβο ζάχαρης και στάζει αργά παγωμένο νερό, μέχρι η αναλογία αψέντι προς νερό να φτάσει περίπου 1:3 έως 1:5. Καθώς το νερό ενώνεται με το απόσταγμα, τα αιθέρια έλαια καθιζάνουν και το υγρό θολώνει αποκτώντας ένα γαλακτώδες, οπαλίζον χρώμα — το περίφημο «louche».
Επειδή το αυθεντικό αψέντι δεν περιέχει ζάχαρη εκ κατασκευής, η γλύκα προστίθεται την ώρα του σερβιρίσματος μέσω αυτής της τελετής, και όχι κατά την παραγωγή. Αυτή η διαδικασία είναι που μετατρέπει το ποτό σε εμπειρία και που το διαφοροποιεί από τα συνηθισμένα αποστάγματα με γλυκάνισο.